- Απόψεις (3)
- Δημιουργικές Εργασίες (10)
- Λογοτεχνικοί Διαγωνισμοί (2)
- Ποίηση (1)
- Συνεντεύξεις (3)
Υπεύθυνοι Καθηγητές
Α΄Τάξη : κ. Ψαρρά
Β΄Τάξη : κ. Τσιμάκη
Γ΄Τάξη : κ. Γεωργαλά
10ος Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Πρωτόλειου Διηγήματος στη μνήμη της Καίτης Λασκαρίδη
Πατμανίδη Αγγελική Μαρία Διήγημα (Σχ. έτος 2021-2022)
Σε μία χώρα, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην Γαλλία και την Γερμανία, η οποία δεν είναι σε κανένα χάρτη, παρόλα αυτά όμως έχει υπάρξει επίκεντρο πολλαπλών πολιτικών διαμαχών των γειτονικών της χωρών και κανένας εκτός από πολύ συγκεκριμένα άτομα δεν γνωρίζει, ζει μια οικογένεια, η οικογένεια Ρολού. Αυτή η οικογένεια, ζούσε από την μεριά της Γαλλίας, όμως ήταν και η μόνη που ζούσε από αυτήν την μεριά και είχε γαλλικά ονόματα. Οι γονείς, των οποίων τα ονόματα ξεκινούσαν από το γράμμα Μ, είχαν αποφασίσει πως τα ονόματα των παιδιών τους θα ξεκινούν από το γράμμα Λ. Η μητέρα ονομαζόταν Μανοά, ο πατέρας Μαξίμ, ο γιός Λεοπόλ και η κόρη της οικογένειας, Λουν. Πάντοτε, και οι τέσσερίς τους θεωρούνταν περίεργοι και αλλόκοτοι, από τους μακρινούς τους γείτονες, καθώς είχαν διαλέξει το συγκεκριμένο σπίτι, για να κατοικήσουν, που είναι τόσο απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Λέγεται, ότι στο σπίτι αυτό πριν από πολλούς αιώνες ζούσε μια μάγισσα η οποία είχε κάνει ένα ξόρκι, που όποιος τολμούσε να πατήσει στο σπίτι της ή να χτίσει σπίτι δίπλα στο δικό της εν αγνοία της, θα έβρισκε φρικτό θάνατο ή εάν ήταν τυχεροί θα πάθαιναν κάτι που όλοι απεύχονται. Όλοι πίστευαν σε αυτό τον μύθο, διότι όντως όσοι είχαν μείνει εκεί έστω για μία εβδομάδα κατέληγαν, είτε να παθαίνουν κάποιο ατύχημα είτε να αρρωσταίνουν. Η Μανοά και ο Μαξίμ, πιστεύουν πως όλα αυτά είναι απλά θεωρίες συνομωσίας και πως τέτοια πράγματα δεν είναι αλήθεια, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που ζουν λίγα μέτρα μακριά από αυτούς. Για τον λόγο αυτό, δεν έχουν πει τίποτα στην Λουν και τον Λεοπόλ, για αυτόν τον μύθο, γιατί σε αντίθεση με τους ίδιους τα παιδιά έφτιαχναν διαρκώς ιστορίες και μεγαλοποιούσαν τα πράγματα στο μυαλό τους. Όμως, όταν η Λουν έφτασε 8 χρονών, είχε αρχίσει να ακούει τις κατηγόριες των γειτόνων τους, αλλά και να παρατηρεί την αντίδρασή τους κάθε φορά που τους χαιρετούσαν, με αποτέλεσμα να αναρωτηθεί γιατί όλοι αντιδρούν τόσο περίεργα. Έτσι αποφάσισε να ρωτήσει την μητέρα της, εάν έχουν κάνει κάτι στους γείτονές τους και γι’ αυτό κάθε φορά που τους μιλάνε απομακρύνονται, τους κοιτούν υπεροπτικά και τους σχολιάζουν πίσω από την πλάτη τους. Η Μανοά πίστεψε πως είχε έρθει η στιγμή να μάθει για την φήμη του σπιτιού που μένουν, φοβούμενη την αντίδραση της κόρης της, καθώς ήξερε πως θα τρόμαζε. Όντως. Οι υποψίες της Μανοά, βγήκαν αληθινές. Η Λουν τρομοκρατήθηκε με αυτή την ιστορία και για το υπόλοιπο της ημέρας δεν μπορούσε τίποτα να αποσπάσει την προσοχή της από το να σκέφτεται τι είχε γίνει στο σπίτι τους. Και εάν η μάγισσα αυτή έκανε όλα της τα ξόρκια στο δωμάτιό της; Εάν η μάγισσα είχε προβλέψει πως θα μείνει η Λουν στο σπίτι της και έχει κάνει κάποιο εξειδικευμένο ξόρκι; Μόνο στην ιδέα πως η μάγισσα αυτή μπορεί να είχε την ικανότητα να βλάψει την ίδια και την οικογένειά της με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, την ανατρίχιαζε. Έτσι πήγε και ρώτησε την κυρία Χέινριχ που έμενε στον απέναντι δρόμο, καθώς αυτή γνώριζε τα πάντα για την γειτονιά, τι γινόταν με το σπίτι τους. Μόλις η κυρία Χέινριχ άκουσε την ερώτηση του μικρού κοριτσιού, εκείνη έκλεισε τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού της, σαν να ήθελε να μην τις ακούσει κανείς και μετά άρχισε να αφηγείται: «Γλυκό μου κορίτσι πριν σου πω το οτιδήποτε θέλω να ξέρεις ότι χαίρομαι που η μητέρα σου επιτέλους λογικεύτηκε και κατάλαβε πως τόσα χρόνια που μένετε εκεί βρίσκεστε σε κίνδυνο και αποφάσισε να σου πει την ιστορία που όλοι ξέρουμε για το σπίτι σας» είπε η κυρία Χέινριχ. Όμως η Λουν ήξερε πως η μητέρα της επέμενε πως ο μύθος αυτός δεν είναι αληθινός, αλλά απλά κάτι που κάποιος δημιούργησε για κανένα λόγο, όμως δεν ανταποκρίθηκε σε αυτό που της είπε η κυρία Χέινριχ και συνέχισε να ακούει. «Στο σπίτι σου λοιπόν ζούσε μια πολύ άσχημη και δύστροπη μάγισσα, η οποία ήταν εντελώς αντικοινωνική, διότι δεν ήθελε να βλέπει κανένα στη διάρκεια της ημέρας, αλλά μόνο κατά την διάρκεια της νύχτας. Οι γείτονές της απορούσαν με την αντικοινωνικότητά της, έτσι εκείνοι προσπάθησαν να την προσεγγίσουν. Έτσι, η μάγισσα ενοχλήθηκε και έκανε ένα ξόρκι ότι όποιος έμπαινε στο σπίτι της δίχως την άδειά της ή έχτιζε σπίτι δίπλα στο δικό της, θα φρόντιζε να του κάνει την ζωή μαρτύριο. Κάποτε ζούσε μια οικογένεια στο σπίτι σας και όλοι μια μέρα είχαν ξυπνήσει και δεν μπορούσαν να μιλήσουν την μητρική τους γλώσσα! Ξαφνικά άρχισαν να μιλούν Αγγλικά την στιγμή που κανένας από αυτούς δεν είχαν ακούσει ποτέ στην ζωή τους ούτε μία Αγγλική λέξη». Της Λουν της φάνηκε εξωπραγματικό και τραγικό να μην μπορεί κάποιος να μιλάει την μητρική του γλώσσα, αλλά συνέχισε να μην ανταποκρίνεται. Αφού πήρε όσες πληροφορίες ήθελε χαιρέτησε την κυρία Χέινριχ και γύρισε σπίτι της συντετριμμένη, έχοντας πολλά αναπάντητα ερωτήματα στο μυαλό της. Μετά όμως, ήρθε η ώρα η Λουν να κοιμηθεί, κάτι που ήταν παντελώς αδύνατο για την ίδια, καθώς σκεφτόταν διαρκώς αυτόν τον μύθο που της είχε πει η μητέρα της, αλλά και τις πληροφορίες που της είχε δώσει η κυρία Χέινριχ από απέναντι. Φοβόταν τόσο πολύ πως θα της συμβεί κάτι κατά την διάρκεια της νύχτας που αντί να κλείσει την πόρτα του δωματίου της πριν κοιμηθεί, όπως έκανε συνήθως την άφησε ορθάνοιχτη, έτσι ώστε σε περίπτωση που γινόταν κάτι να την άκουγαν όλοι. Μετά από αρκετή ώρα, η Λουν αποκοιμήθηκε, όμως ο μύθος δεν την άφηνε ήσυχη ούτε στον ύπνο της και κατέληξε να βλέπει εφιάλτη. Ο εφιάλτης της ήταν περίεργος και έμοιαζε κάπως έτσι:
«Σε μια χώρα υπήρχε ένα σπίτι, στο οποίο ζούσε μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα. Το σπίτι αυτό δεν ήταν σαν όλα τα υπόλοιπα. Ήταν ψηλό, επιβλητικό, νεοκλασικό, με μεγάλα παράθυρα και με μια τεράστια αυλή που έσφυζε από πράσινο. Όλοι οι περαστικοί το θαύμαζαν, αλλά κανένας τους δεν μπορούσε να διανοηθεί τι κρυβόταν πίσω από αυτή την ομορφιά. Η γυναίκα που ζούσε εκεί, δεν επιθυμούσε να έχει πολλές επαφές με τον έξω κόσμο, ούτε να κυκλοφορεί στην γειτονιά της. Το μόνο που της έδινε χαρά, ήταν να μιλάει στην γάτα της, ή να καταριέται τον κόσμο και να γελάει σατανικά. Όλοι της οι γείτονες είχαν παραξενευτεί με την στάση της και προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα της αντικοινωνικότητάς της, προσεγγίζοντάς την. Η αντίδρασή της όμως δεν ήταν αυτή που περίμεναν. Όλοι πίστευαν ότι θα συγκινηθεί έστω με την προσπάθεια που κάνανε, αλλά αντιθέτως, η γυναίκα εξοργίστηκε που έκαναν τέτοιες υποθέσεις για αυτή και άρχισε να φωνάζει ασταμάτητα. Όλοι αγριεύτηκαν με την ανταπόκρισή της και άρχισαν να απομακρύνονται με αργά και σταθερά βήματα. Από τότε όλη η γειτονιά δεν ξαναμίλησε στην μοναχική γυναίκα. Την άκουγαν ακόμα πιο συχνά να γελάει μόνη της και να καταριέται, αλλά αυτή την φορά με τα ονόματά τους. Μία μέρα την είχαν ακούσει να ουρλιάζει, σαν να της συνέβαινε κάτι και παρόλα όσα είχαν ακούσει, οι γείτονές της έτρεξαν να την βοηθήσουν, όμως εκείνη είπε πως απλά περνούσε ωραία και πως αυτό που έκαναν, παραβιάζει την ιδιωτικότητά της. Τότε μπροστά στους γείτονές της άρχισε να φωνάζει πως εάν τολμήσουν να πατήσουν το πόδι τους στο κατώφλι της ή να κτίσουν και άλλα σπίτια δίπλα στο δικό της και να κάνουν ηχορύπανση θα το μετανιώσουν πικρά. Δυστυχώς, το μετάνιωσαν πικρά όλοι τους. Όλα τα σπίτια που ήταν χτισμένα δίπλα στο δικό της ξαφνικά καταστράφηκαν, αυτοί που μέναν απέναντι όλοι έγιναν σχιζοφρενείς, άλλοι έχασαν την μιλιά τους, άλλοι σκοτώθηκαν σε ατύχημα και άλλοι έσπευσαν να μεταναστεύσουν, για να γλιτώσουν την κατάρα της μεγάλης γυναίκας. Από εκείνη την ημέρα της βγήκε το παρατσούκλι «μάγισσα». Τότε η Λουν τρόμαξε και ξύπνησε ουρλιάζοντας, στη προσπάθεια να φωνάξει την μητέρα της, για να την ηρεμήσει. Όμως εκείνη δεν μιλούσε γαλλικά, που μιλούσε από όταν ήταν μικρή. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να βγάλει κραυγές, διότι μπορούσε μονάχα να μιλήσει στη νοηματική. Σκέφτηκε ότι ο φόβος της βγήκε αλήθεια και έτρεμε στην ιδέα ότι δεν μπορεί να επικοινωνήσει στους γονείς της τι νιώθει. Όλοι νόμιζαν πως τρελάθηκε και αποφάσισαν να την στείλουν στην Αμερική, για να μην έχουν να αντιμετωπίσουν την τρέλα της».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει το όνειρό της την στιγμή που ξαφνικά ακούει την μητέρα της. «Λουν, Λουν ξύπνα πρέπει να πας σχολείο!» είπε τρομαγμένη η Μανοά, καθώς η Λουν φώναζε στον ύπνο της. Η Λουν ξύπνησε τρομαγμένη και αγκάλιασε την μητέρα της. Ο Λεοπόλ και ο Μαξίμ κοιτούσαν με απορία και πιστεύοντας πως δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να την βοηθήσουν έφυγαν, για να ετοιμαστούν. Η Λουν προσπάθησε να εξηγήσει στην Μανοά αλλά δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη «Μαμά, μάγισσα, σπίτι, γλώσσα!». Η Μανοά προσπάθησε να την καθησυχάσει «Ηρέμησε και μετά εξήγησέ μου σε παρακαλώ». Αφού κατάφερε να πάρει ανάσα, περιέγραψε τον εφιάλτη της στην Μανοά «Είδα εφιάλτη ότι είδα όνειρο την μάγισσα και ότι τρόμαξα και ξαφνικά δεν μπορούσα να σου μιλήσω, επειδή δεν μιλούσα γαλλικά και δεν με καταλάβαινες ούτε εσύ ούτε ο μπαμπάς και μετά με στείλατε στην Αμερική για να μην έχετε να αντιμετωπίσετε το θέμα μου». Η Μανοά άρχισε να γελάει, καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που έλεγε η κόρη της «Δηλαδή τρόμαξες με τον μύθο ε;» ρώτησε την Λουν «Δεν με τρόμαξες εσύ. Η κυρία Χείνριχ με τρόμαξε με τον τρόπο που μου τα έλεγε». Η μητέρα της δεν πίστευε στα αυτιά της και ρώτησε την Λουν «Δηλαδή πήγες και στην κυρία Χέινριχ;» και εκείνη είπε «Ναι. Ήξερα πως δεν μου έλεγες την απόλυτη αλήθεια, επειδή λες πως αυτά είναι θεωρίες συνωμοσίας». Ο Λεοπόλ τελικά δεν είχε φύγει και στο άκουσμα του περίεργου εφιάλτη της αδελφής του αναρωτήθηκε γιατί δεν του είπε κάτι για όλο αυτό, αλλά τελικά δεν έδωσε σημασία. Η Μανοά με την Λουν συνέχισαν να μιλούν μέχρι την στιγμή που η Μανοά είπε το εξής «Λουν, έπρεπε να μου είχε πει ότι φοβήθηκες, δεν θα έφτανες σε αυτό το σημείο και δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήναμε ο μπαμπάς και εγώ άμα σου συνέβαινε κάτι. Όλο αυτό ήταν ένα όνειρο, αλλά και ηθικό δίδαγμα ότι εάν σε φοβίζει κάτι πρέπει να μου το πεις, για να το λύσουμε μαζί». Αυτό συγκίνησε και τις δύο, οι οποίες αγκαλιάζονταν για αρκετή ώρα μέχρι να έρθει ο Μαξίμ και να τις διακόψει «Συγγνώμη που σταματάω αυτή την τόσο τρυφερή στιγμή, αλλά νομίζω πως πρέπει όλοι μας να ετοιμαστούμε, γιατί θα αργήσουμε». Έτσι, κατάλαβαν και η Λουν και η Μανοά, πως καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής τους, ο Λεοπόλ και ο Μαξίμ δεν είχαν φύγει και τελικά αγκαλίστηκαν όλοι μαζί.