Picture1

Υπεύθυνοι Καθηγητές

Α΄Τάξη : κ. Ψαρρά

Β΄Τάξη : κ. Τσιμάκη

Γ΄Τάξη : κ. Γεωργαλά

ΟΣΑ ΦΕΡΝΕΙ Η ΜΟΙΡΑ

9ος Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Πρωτόλειου Διηγήματος στη μνήμη Καίτης Λασκαρίδη, περίοδος 2020-2021
Αριστέα Λαμπράκη

Χτύπησε το τελευταίο κουδούνι. Καλοκαιρινές ευχές αντηχούσαν παντού και όλοι οι μαθητές ξεχύθηκαν στους διαδρόμους γεμάτοι ενθουσιασμό. «Λοιπόν, είσαι έτοιμη για τις διακοπές;», με ρώτησε η πολυαγαπημένη μου φίλη Λάιλα και εγώ έγνεψα αμέσως καταφατικά με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Μόλις βγήκαμε στο προαύλιο του σχολείου, αντίκρισα τον πατέρα μου και έτρεξα να τον αγκαλιάσω. «Πώς ήταν η τελευταία μέρα;», με ρώτησε ο πατέρας και με φίλησε στο μάγουλο. «Τέλεια!», του απάντησα με χαρά και μπήκα στο αυτοκίνητο με την Λάιλα.

Ήμουν τόσο χαρούμενη που θα περνούσαμε αυτές τις διακοπές παρέα. Η Λάιλα είναι η καλύτερή μου φίλη από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι γονείς της ήταν και εκείνοι φίλοι με τους δικούς μου, αλλά δυστυχώς σκοτώθηκαν σε τροχαίο, όταν ήμασταν ακόμα και οι δύο πολύ μικρές, οπότε μεγαλώσαμε μαζί εδώ στην Ιντλίμπ της Συρίας.

«Πού θα πάμε τελικά διακοπές κύριε Χασάν;», άκουσα την ενθουσιασμένη φωνή της Λάιλα και αμέσως επανήλθα στην πραγματικότητα. «Αυτό σας το κρατώ για έκπληξη!», είπε ο πατέρας και σκάσαμε στα γέλια.

«Έκτακτη ενημέρωση! Ο τουρκικός στρατός ετοιμάζεται να εισβάλλει στη χώρα μας! Όλοι οι άνδρες καλούνται να συμβάλλουν στην προστασία της πατρίδας. Σύντομα θα βρισκόμαστε σε πόλεμο!», είπε ξαφνικά ο παρουσιαστής της αγαπημένης μας ραδιοφωνικής εκπομπής και όλοι μείναμε άναυδοι. Ακούγονταν κιόλας τρομαγμένες κραυγές ανθρώπων. Χωρίς να το καταλάβω, τα δάκρυα έτρεχαν σαν ποτάμι στα μάγουλά μου...

Φτάσαμε στο σπίτι όπως όπως. «Κορίτσια ελάτε να μιλήσουμε», μας είπε ο πατέρας. «Ακούστε. Ο πόλεμος είναι πολύ σκληρός. Πρέπει να φύγετε από τη χώρα όσο είναι ακόμα νωρίς». «Μα πατέρα, κι εσύ;», ρώτησα. «Χαναάν, άκουσες τι είπαν στο ραδιόφωνο. Θα μαζέψω όλα τα χρήματα που έχουμε στην άκρη για να πάτε οι δυο σας στην Τουρκία. Μόνο εκτός συνόρων θα είστε ασφαλείς», μας εξήγησε ο πατέρας.

Την ίδια κιόλας μέρα αρχίσαμε να φτιάχνουμε τις βαλίτσες και τα σακίδιά μας. Για το μακρύ μας ταξίδι όμως, χρειαζόμασταν κυρίως άπλετη αντοχή και ψυχική δύναμη, την οποία δυστυχώς δεν είχα καταφέρει να βρω ακόμα κι ούτε ήξερα πότε επρόκειτο να την βρω...

Οι μέρες περνούσαν αργά και βασανιστικά. Κανείς δεν μπορούσε να κοιμηθεί τις νύχτες, οι οποίες έμοιαζαν με αιώνες ολόκληρους. Είτε φοβόμασταν τους τυχόν ξαφνικούς βομβαρδισμούς, είτε περιμέναμε ώρες μπροστά από το ραδιόφωνο για νέα. Ώσπου τελικά ήρθε η μόνη στιγμή που πέρασε τόσο γρήγορα, η στιγμή να αποχαιρετήσω τον πατέρα. Τα τελευταία του λόγια έμειναν χαραγμένα στο μυαλό μου: «Η μητέρα σου θα σε προστατεύει από ψηλά»! Η μητέρα βρισκόταν στο ίδιο αυτοκίνητο με τους γονείς της Λάιλα το βράδυ του τροχαίου. Από τότε, ο πατέρας ανέλαβε και τον δικό της ρόλο στην οικογένεια.

Επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο με μισή καρδιά, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά να κοιτάξω πίσω. Ήξερα ότι από τον πόλεμο δεν θα έμενε τίποτα παρά νεκροί και συντρίμμια. Αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου είχε πλέον κλείσει για τα καλά και άνοιγε ένα καινούριο. Εκείνο της προσφυγιάς...

Το ταξίδι ήταν αρκετά μεγάλο και ακόμα περισσότερο κουραστικό. Η Λάιλα κοιμόταν για να έχει δυνάμεις, αλλά εγώ δεν μπορούσα. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο, ενώ όλων των ειδών οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου. Δυο 17χρονες προσφυγοπούλες, μόνες και αβοήθητες. Ποια θα ήταν η ζωή μας σε μια ξένη χώρα; Θα καταφέρναμε να επιβιώσουμε; Ποιες δυσκολίες μας περίμεναν;

Κάπως έτσι φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη. Νομίζαμε πως από εκεί και στο εξής θα ήμασταν ασφαλείς. Αυτό που δεν ξέραμε όμως ήταν ότι τότε ξεκινούσαν οι αληθινές περιπέτειες...

Αποβιβαστήκαμε από το αεροπλάνο λοιπόν μαζί με τους υπόλοιπους συμπατριώτες μας και ενστικτωδώς τους ακολουθήσαμε, ίσως λόγω της ηλικίας και ωριμότητάς τους. Ήταν ήδη πάρα πολλοί. Φαντάζομαι πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν για τον πατέρα να βρει τα εισιτήρια! Γιατί να γυρνάω στο παρελθόν όμως; Όπως και να’ χει, εισχωρήσαμε στο πλήθος, προχωρώντας βήμα-βήμα προς ένα καλύτερο μέλλον μακριά απ’ το χάος του πολέμου.

Μετά από λίγη ώρα, μπήκαμε σε ένα κτήριο, το οποίο δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήταν. Απ’ ό,τι μας είπαν όσοι συνεννοήθηκαν με τους αρμόδιους εκεί, ήμασταν ανεπιθύμητοι στη χώρα και έπρεπε να φύγουμε ευθύς αμέσως. Η αλήθεια είναι πως οι Τούρκοι ήταν αυτοί που το ξεκίνησαν ούτως ή άλλως! Έπρεπε λοιπόν να μπούμε σε βάρκες με τις οποίες θα πηγαίναμε στην απέναντι χώρα, την Ελλάδα. Θα μας άφηναν στο κοντινότερο ελληνικό νησί, τη λεγόμενη Λέσβο. Δεν φτάνει δηλαδή που αναγκαστήκαμε να αφήσουμε πίσω τη ζωή μας όπως την ξέραμε για να μην πεθάνουμε, έπρεπε να αλλάξουμε ήπειρο για να είμαστε προστατευμένοι!

Η Λάιλα δεν ήθελε να μείνει ούτε λεπτό παραπάνω εκεί. Η καημενούλα το πήρε πολύ κατάκαρδα και με το δίκιο της! Άρχισε να κλαίει και προσπάθησα να την βοηθήσω να ηρεμήσει για να μπορέσουμε να σκεφτούμε τις επόμενες κινήσεις μας. Όταν τελικά σταμάτησε, συμφωνήσαμε ότι το πιο σημαντικό την παρούσα στιγμή ήταν να ψάξουμε για κάποιον προστάτη. Κάποιον ενήλικα που θα εμπιστευόμασταν και που θα μπορούσε ο ίδιος να κάνει ό,τι περνά απ’ το χέρι του για να μείνουμε ζωντανές και ασφαλείς. Τότε, πέρασε μια ιδέα από το μυαλό μου...

Θα ζητούσαμε βοήθεια από τους γείτονές μας πίσω στην Ιντλίμπ, τον κύριο Άντελ και τη γυναίκα του Χαμπίμπα. Ήταν οι μόνοι που ξέραμε και βρίσκονταν στην ίδια πτήση με εμάς, οπότε αποτελούσαν αυτόματα την καλύτερη λύση! Προσπάθησα μαζί με την Λάιλα να τους βρούμε, χωρίς φυσικά να χωριστούμε (ο κίνδυνος να χαθούμε ανάμεσα σε τόσο κόσμο ήταν μεγάλος). Τους ψάχναμε για περίπου μία ώρα, όμως όταν τους βρήκαμε και τους μιλήσαμε, ήταν πολύ θετικοί και δέχτηκαν κατευθείαν.

«Χαίρομαι τόσο πολύ που θα ταξιδεύουμε μαζί κορίτσια», εξομολογήθηκε με χαρά η κυρία Χαμπίμπα και εμείς ανταποδώσαμε. Ο κύριος Άντελ εν τω μεταξύ είχε αναλάβει να βρει τι ακριβώς έπρεπε να κάνουμε έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε τις θέσεις μας σε μια φουσκωτή βάρκα. Σύμφωνα με τα ευρήματά του, έπρεπε να ακολουθήσουμε τις εξής οδηγίες: Πρώτον, καταθέτουμε το ποσό της μεταφοράς μας σε κάποια τράπεζα. Μετά, στέλνουν ανθρώπους να μας πάνε στη Σμύρνη. Εκεί, περιμένουμε (είτε σε ξενοδοχείο, είτε σε σκηνή) και χωριζόμαστε σε ομάδες των 50 ατόμων. Μόλις όλα είναι έτοιμα, μπαίνουμε στις βάρκες και αναχωρούμε...

Πρώτος μας φόβος ήταν τα χρήματα. Μπήκα λοιπόν στη διαδικασία να τα μετρήσω μαζί με τη Λάιλα. Ευτυχώς, μας έφταναν! Συνεχίσαμε λοιπόν με το σχέδιο. Φτάσαμε την ίδια μέρα κιόλας στη Σμύρνη, όπου στήσαμε μια σκηνή που είχαν φέρει οι γείτονές μας. Περιμέναμε, περιμέναμε, περιμέναμε...Για μία ολόκληρη εβδομάδα μάλιστα!

Τελικά, μετά από αυτή την ατέλειωτη αναμονή, ήρθε η σειρά μας να πλεύσουμε προς τη Λέσβο. Στο φουσκωτό, ήμασταν στριμωγμένοι σαν σαρδέλες! Το μεταφορικό μας μέσο κουνιόταν στον ρυθμό των κυμάτων, αλλά μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες κατάφερα να κλείσω για λίγο τα μάτια μου. Ξύπνησα βέβαια ακούγοντας τις κραυγές χαράς της Λάιλα. «Χαναάν, Χαναάν...Φτάσαμε, ξύπνα!», μου φώναξε και άνοιξα με δυσκολία τα κουρασμένα μάτια μου. Τα μάτια της Λάιλα ωστόσο έλαμπαν. Είχαμε επιτέλους σωθεί! Σηκώθηκα να την αγκαλιάσω.

Ήταν σίγουρα πολύ αργά το βράδυ όταν πατήσαμε το πόδι μας στο μέρος που αποκαλούσαν «δομή προσφύγων του Καρά Τεπέ». Η Λάιλα μου πρότεινε να πάμε για εξερεύνηση στο καινούριο μας «σπίτι», αλλά εγώ ήθελα τόσο πολύ να κοιμηθώ! Τελικά, συμφωνήσαμε ότι θα περιμέναμε μέχρι να βγει ο ήλιος για τα καλά. Όπως και να’ χε, ο Άντελ και η Χαμπίμπα μας περίμεναν για ύπνο. Φυσικά, δεν μπορούσα πια να κλείσω μάτι (σε αντίθεση με τους συνοδοιπόρους μου). Ανάμεικτα συναισθήματα και σκέψεις κατέκλυζαν το μυαλό μου. Από τη μία, ήμουν ευγνώμων που ο πόλεμος δεν μπορούσε να μας βλάψει πια. Από την άλλη όμως, ανησυχούσα για την κατάσταση του πατέρα μου, ενώ φόβος άρχισε να με κυριεύει. Κανείς μας δεν ήξερε τι μπορεί να του επιφυλάσσει το μέλλον!

Μετά από λίγες ώρες και ενώ όλοι οι υπόλοιποι κοιμούνταν ακόμα, κάποιος ήρθε στο μέρος που βρισκόμασταν. Έγινα άσπρη σαν το πανί! Προσπάθησα ωστόσο να επιστρατεύσω όλες τις υποκριτικές μου ικανότητες και να προσποιηθώ ότι κοιμάμαι για να μην με καταλάβει. Ο μυστηριώδης ξένος, μας κοίταξε όλους από την κορφή ως τα νύχια και αφού βεβαιώθηκε ότι όλοι ήμασταν κοιμισμένοι, έφυγε. Αναστέναξα και ξύπνησα γρήγορα τους άλλους. Μόλις τους διηγήθηκα στα γρήγορα τι είχε γίνει, ο άνδρας ξαναήρθε, αυτή τη φορά με ολόκληρη την συμμορία του. «Αυτός είναι», φώναξα. «Βοήθεια», τσίριξε η Χαμπίμπα. «Κρατούν μαχαίρια», μου είπε η Λάιλα κλαίγοντας κι εγώ πάγωσα. «Δώστε μας όλα τα χρήματα και τρόφιμα που έχετε», είπε ο άνδρας από πριν. «Κάντε πίσω», τους είπε ο Άντελ και έβγαλε ένα όπλο από το πουθενά! Ευτυχώς, αυτοί οι αλήτες τρομοκρατήθηκαν και μας άφησαν ήσυχους...

Μετά από το συμβάν αυτό, ξέραμε ότι έπρεπε να αλλάξουμε αμέσως τακτική. Δεν θα γινόμασταν θύματα τέτοιων επιθέσεων και το είχαμε πλέον πάρει απόφαση! Από τότε, ξεκινήσαμε να κοιμόμαστε με βάρδιες, κλειδώσαμε σε αυτοσχέδια κιβώτια επιπλέον τρόφιμα και χρήματα που μας είχαν μείνει και κυρίως εκπαιδευτήκαμε στη χρήση όπλων και εργαλείων για την προστασία μας σε ακραίες περιπτώσεις. Κάπως έτσι καταφέραμε να περάσουμε περίπου επτά ακόμα μήνες στη δομή.

Ήταν πια Φεβρουάριος! Δεν είχα νέα του πατέρα, κάτι το οποίο μου προκαλούσε θλίψη, όμως ήμουν συνηθισμένη σε αυτή τη κατάσταση μετά από τόσο καιρό. Τα χειρότερα ωστόσο μας περίμεναν... Περίπου στις αρχές της άνοιξης, ακουγόταν ότι πολλές οικογένειες προσφύγων είχαν μολυνθεί από έναν ιό. Όσο περνούσαν και οι εβδομάδες, κάποιοι από αυτούς πέθαιναν. Οι οικογένειές τους είχαν σκάψει ακόμα και τάφους όπου τους έθαβαν. Τι πράγματα και τούτα; Σίγουρα ένα πρωτοφανές φαινόμενο!

Μετά από τον εντοπισμό των πρώτων θυμάτων, στάλθηκαν γιατροί στη δομή του Καρά Τεπέ. Με μία μπατονέτα, πήραν από τον καθένα μας σάλιο. Μας είπαν ότι ήταν μοριακό τεστ για να ανιχνευθούν τυχόν κρούσματα του ιού COVID-19, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε πανδημία. Όλοι κινδυνεύαμε να κολλήσουμε, γι’ αυτό έπρεπε να τηρούμε κάποια συγκεκριμένα μέτρα. Καθώς όμως δεν υπήρχαν διαθέσιμες μάσκες, γάντια και αντισηπτικά για εμάς, το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να αυτοπεριοριστούμε. Στην περίπτωση όμως που χρειαζόταν να πηγαίνουμε για να μας δώσουν φαγητό, σκόπιμο ήταν να τηρούμε αποστάσεις δύο μέτρων μεταξύ μας.

Δεν βγαίναμε από τη σκηνή μας καθόλου. Μόνο ο Άντελ έβγαινε για να μας φέρνει φαγητό. «Είμαι πολύ προσεκτικός», μας έλεγε συνέχεια. Δεν μπορούσαμε παρά να τον πιστεύουμε και να τον εμπιστευόμαστε. Τις προμήθειες που μας είχαν απομείνει, τις κρατούσαμε για επείγουσα ανάγκη. Οι μέρες περνούσαν πολύ βαρετά!

Για άλλες οικογένειες όμως, η ρουτίνα αυτή δεν υπήρχε. Πολλοί πρόσφυγες είχαν μολυνθεί και από ό,τι ακουγόταν, δεν θα άντεχαν για πολύ ακόμα. Δυστυχώς, δεν υπήρχε κάποιο φάρμακο, αλλά και να υπήρχε, δεν θα το έδιναν σε εμάς...

Μετά από λίγες εβδομάδες, στη σκηνή μας επικρατούσε ένας χαμός. Ο εγκλεισμός μας είχε χτυπήσει σίγουρα κατακούτελα. Η Χαμπίμπα και ο Άντελ ήταν πλέον στα πρόθυρα του διαζυγίου. Μόνο που δεν σκοτώθηκαν μεταξύ τους δηλαδή. Κι όλα αυτά βέβαια δικαιολογήμενα, αφού ο Άντελ δεν κατανοούσε τη σοβαρότητα της κατάστασης! Είχε καταντήσει εντελώς απρόσεκτος.

Μερικές μέρες αργότερα, όλοι στη σκηνή ήταν άρρωστοι. Εγώ άρχισα να νιώθω καταβεβλημένη. Έβηχα τόσο πολύ που τα πνευμόνια μου πονούσαν λες και τα χτυπούσε κάποιος με σφυρί. Τα κόκκαλά μου ήταν αδύναμα και το κεφάλι μου βούιζε. Με δυσκολία μπορούσα να κουνηθώ ή να μιλήσω, ή ακόμα και να αναπνεύσω κανονικά. Ήμουν εντελώς αδύναμη, όπως και οι υπόλοιποι τρεις. Βρισκόμουν ξαπλωμένη επί μέρες δίπλα στη Λάιλα, και οι δυο μας τυλιγμένες σε κουβέρτες. Η Χαμπίμπα και ο Άντελ μόνο κατάφερναν να αψηφούν τον πόνο για να εξασφαλίζουν φαγητό. Η Χαμπίμπα τελικά δεν άντεξε και έπεσε κι εκείνη χάμω σαν εμένα και τη Λάιλα. Πλέον μόνο ο Άντελ μπορούσε να μας φροντίζει...Και το έκανε, για όσο τον κρατούσαν τα πόδια του!

Ήταν όμως πάρα πολύ κουρασμένος και αδύναμος. Υποθέτω πως μόνο οι ενοχές του του έδιναν δύναμη. Δεν τα κατάφερε όμως για πολύ. Ένα μεσημέρι που ο Άντελ επέστρεφε από το συσσίτιο, κατέρρευσε! Όλες μας προσπαθήσαμε να σηκωθούμε για να τον βοηθήσουμε, αλλά ήταν αργά. Ο Άντελ δεν τα είχε καταφέρει...Η Χαμπίμπα έπεσε σε κατάθλιψη. Παρά τους τσακωμούς των τελευταίων εβδομάδων, ήταν φανερό πως αγαπούσαν ο ένας τον άλλον...

Η ψυχολογική υποστήριξη από εμένα και την Λάιλα δεν την βοήθησε διόλου. Αντιθέτως, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο! Δεν μας απέμεινε καμία λύση. Η Χαμπίμπα άφησε κι αυτή επιτέλους την τελευταία της πνοή...Δεν μπορούσαμε ωστόσο να την αφήσουμε έτσι. Συγκεντρώσαμε όλες τις δυνάμεις που μας είχαν απομείνει και βγήκαμε έξω. Πήραμε ένα φτυάρι και αρχίσαμε το σκάψιμο! Υπήρξαν στιγμές που σχεδόν λιποθύμησα ή έχασα τις αισθήσεις μου, αλλά ήξερα πως έπρεπε να είμαι δυνατή και συνέχισα. Μαζί με τη Λάιλα δημιουργήσαμε κάτι σαν τάφο για το ζευγάρι που μας προστάτεψε από την πρώτη στιγμή μέχρι και την τελευταία. Σταθήκαμε για λίγο από πάνω τους, ενώ δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά μας. Τελικά επιστρέψαμε στη σκηνή.

Ξέραμε ότι αφού δεν μπορούσαμε να φέρουμε φαγητό, δεν θα καταφέρναμε να επιβιώσουμε για πολύ ακόμα. Έτσι περάσαμε τις τελευταίες μας στιγμές η μία στην αγκαλιά της άλλης, συζητώντας για όσα περνούσαν από το μυαλό μας. «Δεν μπορώ να το διανοηθώ ότι μείναμε οι δυο μας Χαναάν», μου είπε η Λάιλα και η φωνή της ήταν βραχνή. «Καταλαβαίνω πώς νιώθεις, αλλά δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αφήσουμε τις δυνάμεις μας να μας εγκαταλείψουν. Τέτοιες ώρες ας θυμηθούμε όλες τις όμορφες αναμνήσεις που έχουμε δημιουργήσει μαζί και ας αντλήσουμε κουράγιο από αυτές», απάντησα. Μετά από κάμποση ώρα που περάσαμε αναπολώντας περιστατικά του παρελθόντος, πέσαμε να κοιμηθούμε.

Όταν ξύπνησα όμως, η Λάιλα δεν ήταν καθόλου καλά. Η πολυαγαπημένη μου φίλη ήταν στα τελευταία της. Τι να έκανα όμως; Με παρηγορούσε το γεγονός ότι πολύ σύντομα θα την ξαναέβλεπα, κάπου αλλού...

Ήμουν πια μόνη. Εντελώς μόνη. Το μόνο πράγμα που ένιωθα ήταν πόνος. Έκλεισα τα μάτια μου...Όταν τα άνοιξα, μπροστά μου είδα την Λάιλα με τους γονείς της. Παράμερα στέκονταν η Χαμπίμπα και ο Άντελ. Μου γέλασαν όλοι τους γλυκά και το ίδιο έκανα κι εγώ. «Χαναάν», άκουσα ξαφνικά δυο γνώριμες φωνές να με φωνάζουν. «Μητέρα, πατέρα», φώναξα γεμάτη χαρά και άπλωσα τα χέρια μου για μια αγκαλιά που τόσο μου είχε λείψει!