Περισσότερα
ΔΚΑ - Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών: Μαζί για ένα Ασφαλές, Υποστηρικτικό και Συμπεριληπτικό Σχολείο
ΔΚΨ-ΔΚΑ Ευρωπαϊκή Μέρα Γλωσσών
Περισσότερα
Περισσότερα
Περισσότερα
Νέοι Συνάδελφοι
Διάκριση της μαθήτριας Θεοδώρας Πετροπουλέα
ΓΚΑ - Δράση "Rewear Revolution"
ΓΚΑ - Συνάντηση με τη συγγραφέα Αγγελική Δαρλάση
ΔΚΨ: Δράση Μαθητικής Κοινότητας και Συλλόγου Γονέων
Διάκριση της μαθήτριας Αγγελικής Κατσούλη
Περισσότερα
Ακύρωση Επιλογών Αντιπροσωπευτικών Ομάδων (22/9)
Περισσότερα
Περισσότερα
Διάκριση της μαθήτριας Ζωής-Κωνσταντίνας Μουτζούρη
Διάκριση της μαθήτριας Αναστασίας Ειρήνης Περγάλια
ΑΣΚΗΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ «Η Άννα του Κλήδονα»
Όταν άρχισαν να τρέχουν το κατόπι της τα παιδιά…
Η Άννα είχε πλέον χάσει το μυαλό της κι εγώ βυθιζόμουν κάθε μέρα και περισσότερο σε συναισθήματα ενοχής. Ήταν δικό μας το φταίξιμο και το ξέραμε. Μα πώς να το μαρτυράγαμε; Ναι, βλέποντας την κατάσταση της Άννας μετανιώσαμε πικρά για αυτή τη στιγμή της ανοησίας. Δεν είχε όμως νόημα πια. Το κακό είχε γίνει.
Μια μέρα παρατηρούσα τα σπίτια του χωριού, το ένα δίπλα στο άλλο, όλα σαν μια τεράστια οικογένεια. Σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατό να κάνουμε κάτι τέτοιο σε ένα κορίτσι της οικογένειάς μας. Την εκμεταλλευτήκαμε γιατί ξέραμε πως θα αντιδρούσε κάπως έτσι. Γεμάτη χαρά που επιτέλους ξέρει ποιος θα είναι ο άνθρωπος με τον οποίο θα περάσει την υπόλοιπη ζωή της. Πού να το φανταζόμασταν όμως ότι τα πράγματα θα έπαιρναν τόσο άσχημη τροπή; Μα τι σκεφτόμασταν;
Αυτές οι σκέψεις συνέχισαν να με βασανίζουν για πολύ καιρό, ενώ η Άννα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Το καθημερινό της ταξίδι για την αναζήτηση του μελλοντικού γαμπρού άρχισε να μεγαλώνει. Η αναζήτησή της επεκτάθηκε μέχρι τις Σέρρες και τη Ροδόπη. Μια μέρα μάλιστα, τα ξημερώματα, την είδα να γυρνά στο σπίτι της και όταν ρώτησα την ανήσυχη μητέρα της πού ήταν, μου είπε πως είχε φτάσει και στη Θεσαλλονίκη.
Αυτό ήταν! Οι ενοχές με έτρωγαν πλέον ζωντανό! Το είχα πάρει απόφαση ακόμα κι αν ήξερα ότι οι επιπτώσεις θα με καταδίκαζαν για πάντα. Όλοι θα με κοίταζαν διαφορετικά από εδώ και στο εξής, όμως δεν γινόταν αυτή η κωμική τραγωδία να συνεχιστεί. Πήρα, λοιπόν, την πρωτοβουλία να αποκαλύψω στην ίδια την Άννα, το κακόγουστο αυτό αστείο.
Πέρασα μέρες γεμάτη απορία και οργανώνοντας τι θα της πω και πώς. Θα ήταν δύσκολο, οπότε έπρεπε να είμαι προετοιμασμένος. Με τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχα επαφή για κάποιες εβδομάδες. Έλεγα στον εαυτό μου ότι εκείνοι φταίνε για ό,τι έγινε και έπρεπε να απομακρυνθώ, όμως μέσα μου ήξερα ότι ήταν μια άμυνα απέναντι στο δικό μου μερίδιο ανευθυνότητας, το οποίο προσπαθούσα τώρα να διορθώσω χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν.
Όλα έμοιαζαν ξένα τώρα στο χωριό. Οι άνθρωποι, οι δρόμοι με τα χαλίκια όπου πριν από καιρό έκαιγαν οι γιορτινές φωτιές, τα κεραμίδια των σπιτιών, τα τοπία γύρω μας. Κάτι είχε αλλάξει. Ίσως να ήταν το κενό της Άννας με τον ενθουσιασμό και την όρεξη, ίσως να φάνταζε σε μένα ένα μέρος εντελώς αλλοιώτικο, καθόλου οικείο, γεμάτο εμπόδια.
Το σχέδιό μου, όμως, δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ούτως ή άλλως. Η Άννα είχε να φανεί μέρες ολόκληρες, το ίδιο και οι γονείς της. Κανείς δεν ήξερε τι είχαν απογίνει μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή τους. Σαν να άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Είχα αρχίσει κι εγώ με την σειρά μου να ανησυχώ. Τι να έκανα άλλωστε; Να χαιρόμουν που είχα βγει από την δύσκολη θέση ή να έμενα με σταυρωμένα τα χέρια;
Οι μέρες περνούσαν και γίνονταν εβδομάδες, μήνες. Άνθρωποι από το χωριό άρχισαν να ξεχύνονται στις γύρω πόλεις, μαθαίνοντας πληροφορίες που άλλωτε ήταν χρήσιμες κι άλλωτε οδηγούσαν σε περισσότερα αδιέξοδα.
Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση! Η Άννα με τους γονείς της είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης κι εμείς τι να κάνουμε; Μετά από κάποιο διάστημα κυκλοφορούσαν φήμες ότι η οικογένεια είχε φύγει σε ξένους τόπους, για να μείνει η Άννα όσο πιο μακριά γινόταν από τα απογοητευτικά όνειρα του γάμου. Είχε περάσει κι επισήμως ένας χρόνος από τότε που λάβαμε το τελευταίο σημάδι ζωής. Εγώ όμως δν είχα ξεχάσει...
Τριακόσιες έξηντα πέντε μέρες ακριβώς μετά την εξαφάνιση της Άννας και των γονιών της ένας νέος επισκέπτης ήρθε στο χωριό μας. Ένας άνδρας που τράβηξε την προσοχή όλων μας, έτσι που ήταν καλοντυμένος, με κοστούμι και γραβάτα. Κρατούσε ένα γράμμα στο δεξί του χέρι, δηλαδή υπέθεσα ότι ήταν γράμμα μόλις τον πρωτοείδα. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς τι να σκεφτεί, τι να περιμένει, είναι η αλήθεια...
Ο άνδρας σταμάτησε στο δρόμο πάνω από το σπίτι της Άννας, εκεί που πριν από έναν χρόνο, είχα κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. Αμέσως καταλάβαμε! Είχε νέα της! Τρεξάμε στο μέρος του και προσπαθήσαμε να αποσπάσουμε πληροφορίες. Εκείνος αμέσως μας αποκρίθηκε και γρήγορα μας είπε τις δυσάρεστες ειδήσεις (που κανείς δεν περίμενε να ακούσει), πριν φύγει μια για πάντα.
Δεν τα χωρούσε ο νους μου τα όσα είχα ακούσει και τόσα ερωτήματα τριγυρνούσαν στο μυαλό μου. Πώς; Γιατί; Ο άνδρας λοιπόν που μόλις μας είχε αφήσει άφωνους και συγκλονισμένους σε μια λίμνη δακρύων, μάς είχε πει ότι η Άννα τόσο καιρό βρισκόταν βρισκόταν σε μία ψυχιατρική κλινική στην Αθήνα. Ήταν τόσο βαριά η ψυχική της αρρώστια, που μετά από λίγους μήνες νοσηλείας εκεί, η Άννα δεν άντεξε άλλο. Οι γονείς της επηρεάστηκαν από τον χαμό της και έβαλαν τέλος σε αυτό το μαρτύριο. Ο άνδρας, λοιπόν, ήταν ο νοσοκόμος της Άννας και μας έφερε ένα γράμμα που είχε γράψει η ίδια πριν φύγει...
Ποτέ δεν μάθαμε τι έγραφε αυτή η αποχαιρετιστήρια επιστολή. Δεν θέλαμε να μάθουμε. Στην επόμενη γιορτή του Κλήδονα, στις 23 του Ιούνη, ρίξαμε το γράμμα στην φωτιά και περάσαμε όλοι από πάνω.
Από τότε και κάθε χρόνο, την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, τιμούσαμε την Άννα του Κλήδονα!!!
Τι είναι Ποίηση;
Η ποίηση, αν και δεν διαβάζεται συχνά, είναι άκρως σημαντική για τον σύγχρονο κόσμο. Πολλοί την χαρακτηρίζουν ως πράξη εμπιστοσύνης και θεωρείται απαραίτητη για την πνευματική ικανοποίηση ενός ανθρώπου. Είναι «τροφή για σκέψη» και πιστεύω πως χωρίς την ποίηση κυριαρχεί η δυστυχία στη ζωή, καθώς γίνεται μονότονη.
ΠερισσότεραΑΣΚΗΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ «Η Άννα του Κλήδονα»
Όταν άρχισαν να τρέχουν το κατόπι της τα παιδιά…
Η Άννα είχε πλέον χάσει το μυαλό της κι εγώ βυθιζόμουν κάθε μέρα και περισσότερο σε συναισθήματα ενοχής. Ήταν δικό μας το φταίξιμο και το ξέραμε. Μα πώς να το μαρτυράγαμε; Ναι, βλέποντας την κατάσταση της Άννας μετανιώσαμε πικρά για αυτή τη στιγμή της ανοησίας. Δεν είχε όμως νόημα πια. Το κακό είχε γίνει.
Μια μέρα παρατηρούσα τα σπίτια του χωριού, το ένα δίπλα στο άλλο, όλα σαν μια τεράστια οικογένεια. Σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατό να κάνουμε κάτι τέτοιο σε ένα κορίτσι της οικογένειάς μας. Την εκμεταλλευτήκαμε γιατί ξέραμε πως θα αντιδρούσε κάπως έτσι. Γεμάτη χαρά που επιτέλους ξέρει ποιος θα είναι ο άνθρωπος με τον οποίο θα περάσει την υπόλοιπη ζωή της. Πού να το φανταζόμασταν όμως ότι τα πράγματα θα έπαιρναν τόσο άσχημη τροπή; Μα τι σκεφτόμασταν;
Αυτές οι σκέψεις συνέχισαν να με βασανίζουν για πολύ καιρό, ενώ η Άννα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Το καθημερινό της ταξίδι για την αναζήτηση του μελλοντικού γαμπρού άρχισε να μεγαλώνει. Η αναζήτησή της επεκτάθηκε μέχρι τις Σέρρες και τη Ροδόπη. Μια μέρα μάλιστα, τα ξημερώματα, την είδα να γυρνά στο σπίτι της και όταν ρώτησα την ανήσυχη μητέρα της πού ήταν, μου είπε πως είχε φτάσει και στη Θεσαλλονίκη.
Αυτό ήταν! Οι ενοχές με έτρωγαν πλέον ζωντανό! Το είχα πάρει απόφαση ακόμα κι αν ήξερα ότι οι επιπτώσεις θα με καταδίκαζαν για πάντα. Όλοι θα με κοίταζαν διαφορετικά από εδώ και στο εξής, όμως δεν γινόταν αυτή η κωμική τραγωδία να συνεχιστεί. Πήρα, λοιπόν, την πρωτοβουλία να αποκαλύψω στην ίδια την Άννα, το κακόγουστο αυτό αστείο.
Πέρασα μέρες γεμάτη απορία και οργανώνοντας τι θα της πω και πώς. Θα ήταν δύσκολο, οπότε έπρεπε να είμαι προετοιμασμένος. Με τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχα επαφή για κάποιες εβδομάδες. Έλεγα στον εαυτό μου ότι εκείνοι φταίνε για ό,τι έγινε και έπρεπε να απομακρυνθώ, όμως μέσα μου ήξερα ότι ήταν μια άμυνα απέναντι στο δικό μου μερίδιο ανευθυνότητας, το οποίο προσπαθούσα τώρα να διορθώσω χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν.
Όλα έμοιαζαν ξένα τώρα στο χωριό. Οι άνθρωποι, οι δρόμοι με τα χαλίκια όπου πριν από καιρό έκαιγαν οι γιορτινές φωτιές, τα κεραμίδια των σπιτιών, τα τοπία γύρω μας. Κάτι είχε αλλάξει. Ίσως να ήταν το κενό της Άννας με τον ενθουσιασμό και την όρεξη, ίσως να φάνταζε σε μένα ένα μέρος εντελώς αλλοιώτικο, καθόλου οικείο, γεμάτο εμπόδια.
Το σχέδιό μου, όμως, δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ούτως ή άλλως. Η Άννα είχε να φανεί μέρες ολόκληρες, το ίδιο και οι γονείς της. Κανείς δεν ήξερε τι είχαν απογίνει μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή τους. Σαν να άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Είχα αρχίσει κι εγώ με την σειρά μου να ανησυχώ. Τι να έκανα άλλωστε; Να χαιρόμουν που είχα βγει από την δύσκολη θέση ή να έμενα με σταυρωμένα τα χέρια;
Οι μέρες περνούσαν και γίνονταν εβδομάδες, μήνες. Άνθρωποι από το χωριό άρχισαν να ξεχύνονται στις γύρω πόλεις, μαθαίνοντας πληροφορίες που άλλωτε ήταν χρήσιμες κι άλλωτε οδηγούσαν σε περισσότερα αδιέξοδα.
Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση! Η Άννα με τους γονείς της είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης κι εμείς τι να κάνουμε; Μετά από κάποιο διάστημα κυκλοφορούσαν φήμες ότι η οικογένεια είχε φύγει σε ξένους τόπους, για να μείνει η Άννα όσο πιο μακριά γινόταν από τα απογοητευτικά όνειρα του γάμου. Είχε περάσει κι επισήμως ένας χρόνος από τότε που λάβαμε το τελευταίο σημάδι ζωής. Εγώ όμως δν είχα ξεχάσει...
Τριακόσιες έξηντα πέντε μέρες ακριβώς μετά την εξαφάνιση της Άννας και των γονιών της ένας νέος επισκέπτης ήρθε στο χωριό μας. Ένας άνδρας που τράβηξε την προσοχή όλων μας, έτσι που ήταν καλοντυμένος, με κοστούμι και γραβάτα. Κρατούσε ένα γράμμα στο δεξί του χέρι, δηλαδή υπέθεσα ότι ήταν γράμμα μόλις τον πρωτοείδα. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς τι να σκεφτεί, τι να περιμένει, είναι η αλήθεια...
Ο άνδρας σταμάτησε στο δρόμο πάνω από το σπίτι της Άννας, εκεί που πριν από έναν χρόνο, είχα κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. Αμέσως καταλάβαμε! Είχε νέα της! Τρεξάμε στο μέρος του και προσπαθήσαμε να αποσπάσουμε πληροφορίες. Εκείνος αμέσως μας αποκρίθηκε και γρήγορα μας είπε τις δυσάρεστες ειδήσεις (που κανείς δεν περίμενε να ακούσει), πριν φύγει μια για πάντα.
Δεν τα χωρούσε ο νους μου τα όσα είχα ακούσει και τόσα ερωτήματα τριγυρνούσαν στο μυαλό μου. Πώς; Γιατί; Ο άνδρας λοιπόν που μόλις μας είχε αφήσει άφωνους και συγκλονισμένους σε μια λίμνη δακρύων, μάς είχε πει ότι η Άννα τόσο καιρό βρισκόταν βρισκόταν σε μία ψυχιατρική κλινική στην Αθήνα. Ήταν τόσο βαριά η ψυχική της αρρώστια, που μετά από λίγους μήνες νοσηλείας εκεί, η Άννα δεν άντεξε άλλο. Οι γονείς της επηρεάστηκαν από τον χαμό της και έβαλαν τέλος σε αυτό το μαρτύριο. Ο άνδρας, λοιπόν, ήταν ο νοσοκόμος της Άννας και μας έφερε ένα γράμμα που είχε γράψει η ίδια πριν φύγει...
Ποτέ δεν μάθαμε τι έγραφε αυτή η αποχαιρετιστήρια επιστολή. Δεν θέλαμε να μάθουμε. Στην επόμενη γιορτή του Κλήδονα, στις 23 του Ιούνη, ρίξαμε το γράμμα στην φωτιά και περάσαμε όλοι από πάνω.
Από τότε και κάθε χρόνο, την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, τιμούσαμε την Άννα του Κλήδονα!!!